aothedugr

"Η ιστορία της επιχειρηματικότητας στις μεταπολεμικές δεκαετίες" : Αποκλειστική συνέντευξη της κ. Αγγελικής Μυλωνάκη Κύριο

  • Posted on:  Σάββατο, 07 Δεκεμβρίου 2013 12:41
  • Γράφτηκε από 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Αποκλειστική συνέντευξη της Δρ. Αγγελικής Μυλωνάκη* στο συνεργάτη του aode.gr, Γιώργο Καμαρινό, με αφορμή το βιβλίο της με τίτλο Δουλειές με φούντες** , που καταγράφει την ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο (1950-1970).

Κυρία Μυλωνάκη σας ευχαριστούμε που δεχτήκατε να μας παραχωρήσετε αυτήν τη συνέντευξη.

1. Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε αυτό το βιβλίο και γιατί επιλέξατε τις δύο συγκεκριμένες δεκαετίες;

 Η έρευνά μου ξεκίνησε στα τέλη του 2006 ως αποτέλεσμα μιας ευτυχούς σύμπτωσης που εξελίχθηκε σε μια πολύ καλή συνεργασία και, ελπίζω, σε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Η «δημιουργική ιδέα» ανήκει στον οικονομολόγο και συγγραφέα Βαγγέλη Χεκίμογλου, ο οποίος διέκρινε στον ελληνικό κινηματογράφο ένα ανεξάντλητο υλικό για την επιχειρηματικότητα, που δεν είχε μέχρι σήμερα αξιοποιηθεί. Ο ίδιος είχε επιμεληθεί το πολύτομο έργο που εξέδωσε η Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος (ΠΕΕΒΕ) για την ιστορία της επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε το βιβλίο του καθηγητή του ΑΠΘ Γιώργου Αναστασιάδη για το επιχειρηματικό πνεύμα στις διαφημίσεις και στη λογοτεχνία. Οπότε, μια αντίστοιχη μελέτη για τον ελληνικό κινηματογράφο θα μπορούσε να αποτελέσει φυσική συνέχεια των προηγούμενων έργων. Επρόκειτο για μια τιμητική και ερευνητικά ενδιαφέρουσα πρόσκληση, την οποία αποδέχτηκα με ενθουσιασμό.

Οι δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μια εποχή κρίσιμων πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών, που σημάδεψαν και διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική Ελλάδα. Ήταν η εποχή της ανασυγκρότησης και της εντατικής οικονομικής ανάπτυξης, της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης, της εμφάνισης νέων επιχειρηματικών πεδίων, όπως ο τουρισμός και οι κατασκευές, που καθόρισαν την ιστορία και τη φυσιογνωμία της επιχειρηματικότητας στη χώρα, αλλά και το προφίλ του Έλληνα μεγαλοεπιχειρηματία (Ωνάσης, Νιάρχος) για πολλά χρόνια αργότερα.

Παράλληλα, οι δεκαετίες 50 και ’60 αποτέλεσαν την εποχή της μεγάλης δημοφιλίας του ελληνικού σινεμά, τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» του. Μια εποχή κατά την οποία ο ελληνικός κινηματογράφος συνιστούσε μια ιδιότυπη «βιοτεχνία ονείρων», με παραγωγή που άγγιξε τις 2.000 ελληνικές ταινίες, οι οποίες λειτούργησαν ως «η τηλεόραση της εποχής τους» και επηρέασαν ήθη, αξίες, πρότυπα και συμπεριφορές του κοινού.

 

2. Έχετε δηλώσει ότι ο κινηματογράφος μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων πρακτικών και συμπεριφορών στην επιχειρηματικότητα, αλλά και στη διάδοση και στην εμπέδωση των τρεχουσών μοντέλων επιχειρηματικής ανάπτυξης. Πιστεύετε, δηλαδή, στον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του ελληνικού κινηματογράφου; Πώς το υλικό που μας προσφέρει μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο του μαθήματος σε μια σχολική αίθουσα;

 Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος έχει όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να αξιοποιηθεί ως εναλλακτικό, διαδραστικό εργαλείο εκπαίδευσης στις επιχειρηματικές σπουδές. Αφενός οι ελληνικές ταινίες της λεγόμενης «χρυσής εποχής» για την εγχώρια κινηματογραφία (1950-197) επιδεικνύουν ιδιαίτερο σεναριακό και σκηνοθετικό ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα και την ιστορική παρουσία της στην Ελλάδα της περιόδου, αφετέρου, οι ελληνικές ταινίες αποτελούν το πιο ισχυρό ΜΜΕ στη μεταπολεμική Ελλάδα, το οποίο εξακολουθεί να έχει έντονες επιρροές στο σύγχρονο κοινό μέσω της τηλεοπτικής προβολής τους. Επίσης, ο ελληνικός κινηματογράφος απηχεί, στο βαθμό που αναλογεί σε ένα μαζικό μέσο ψυχαγωγίας, το οικονομικό περιβάλλον της εποχής του και προβάλλει, μεταξύ άλλων, την ταχύρυθμη οικονομική ανάπτυξη της χώρας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρουσιάζοντας πολλές και διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριοτήτες στη μεγάλη οθόνη.

Μολονότι στην Ελλάδα η χρήση του κινηματογράφου ως εργαλείου εκπαίδευσης στις επιχειρηματικές σπουδές είναι ελάχιστα αποδεκτή και διαδεδομένη, το διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον ενισχύει την αξιοποίηση του κινηματογράφου ως εκπαιδευτικού εργαλείου στη σύγχρονη διδασκαλία για την επιχειρηματικότητα. Οι Αμερικανοί ερευνητές  στο πεδίο των επιχειρηματικών σπουδών ήταν οι πρώτοι που ανέδειξαν τον εκπαιδευτικό ρόλο των κινηματογραφικών ταινιών για τη διάδοση των κυρίαρχων αντιλήψεων για την επιχειρηματικότητα και στην ανάδειξη συγκεκριμένων επιχειρηματικών μοντέλων και ηγετικών προτύπων.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι δημοφιλείς ταινίες θεωρούνται προνομιακά εργαλεία εκπαίδευσης, κυρίως λόγω της ψυχαγωγικής τους διάστασης, που διευκολύνει την πρόσληψη και εμπέδωση κοινωνικών και ιδεολογικών μηνυμάτων από τους δέκτες. Επιπλέον, ο κινηματογράφος θεωρείται πρόσφορο μέσο εκπαίδευσης με χαμηλό κόστος και εύκολα προσβάσιμο στους εκπαιδευόμενους (λόγω της ευρείας κυκλοφορίας των κινηματογραφικών ταινιών σε ψηφιακή μορφή), ενώ προσφέρει την πρόσθετη επιλογή της κατ’ οίκον εκπαίδευσης. Έτσι, δημιουργεί ένα ιδανικό και οικείο εκπαιδευτικό περιβάλλον, που συνδυάζει εκπαίδευση και ψυχαγωγία, παρέχοντας εξειδικευμένη γνώση για μια ευρεία δέσμη θεμάτων σχετικά με την επιχειρηματικότητα.

 

3. Στο βιβλίο σας δεν προσπαθείτε να καταδείξετε ότι ο κινηματογράφος αντιγράφει ή καθρεφτίζει την εποχή, αλλά ότι αποδίδει και “σχολιάζει” το κλίμα της, χρησιμοποιώντας τα δικά του εργαλεία. Προσπαθώντας να καταγράψετε και να αποκωδικοποιήσετε το επιχειρηματικό κλίμα της εποχής μέσα από τις κινηματογραφικές εικόνες, ποιοι θεωρείτε ότι ήταν οι κυρίαρχοι κλάδοι στη μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα;

Δύο από τους πλέον αναπτυσσόμενους τομείς της μεταπολεμικής οικονομίας στην Ελλάδα, ο τουρισμός και η οικοδομική δραστηριότητα, έχουν εξίσου ισχυρή παρουσία στις κινηματογραφικές απεικονίσεις της επιχειρηματικότητας.

Η οικοδομή σηματοδοτεί τα νέα κερδοφόρα επαγγέλματα στη μεταπολεμική Ελλάδα και αποτελεί αδιαμφισβήτητα την πιο επικερδή δραστηριότητα της εποχής. Πρόκειται για μια επιχειρηματική δραστηριότητα που, μέσω του μηχανισμού της αντιπαροχής, υποστηρίζει σχεδόν αποκλειστικά την αυτοχρηματοδοτούμενη οικοδόμηση κατοικιών και γίνεται το κλειδί για την κάλυψη των αυξημένων στεγαστικών αναγκών στις μεγάλες πόλεις, διευρύνοντας παράλληλα τη δυνατότητα ιδιόκτητης κατοικίας προς τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα. Οι κτηματομεσίτες και οι εργολάβοι οικοδομών, που απαντούν συχνότατα στις ελληνικές ταινίες, αντικατοπτρίζουν την παντοδυναμία του κατασκευαστικού κλάδου στο οικονομικό πεδίο, αλλά ταυτόχρονα και τον ευκαιριακό χαρακτήρα της εργολαβικής επιχείρησης.

Ένας ακόμη ανερχόμενος κλάδος είναι ο τουρισμός. Ο ελληνικός κινηματογράφος συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση και στη διάδοση της τουριστικής φυσιογνωμίας της χώρας, διότι λειτουργεί επιχειρηματικά υπέρ του τουρισμού. Από τη μια πλευρά, το σινεμά αποτελεί το κατεξοχήν οπτικοακουστικό μέσο προβολής μιας εξωραϊσμένης εικόνας της Ελλάδας, που διεκδικεί μια θέση στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. Αφετέρου, αντικατοπτρίζει την ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού μέσα από συχνές αναφορές στις κυριότερες επιχειρηματικές δραστηριότητες του κλάδου (φιλοξενία, εστίαση, διασκέδαση).

 

4. Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μία παρατεταμένη οικονομική κρίση με τις μικρομεσαίες, κυρίως, επιχειρήσεις να καταβάλουν υπερπροσπάθειες για να επιβιώσουν. Είναι όμως ένα φαινόμενο που ίσως με διαφορετική ένταση, διαχρονικά απασχολούσε την κοινωνία μας και αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι των κινηματογραφικών σεναρίων. Πέραν από τη χιουμοριστική και, ενίοτε, υπερβολική διάσταση που οι σεναριογράφοι απέδιδαν στις προσπάθειες επιβίωσης των επιχειρήσεων, με ποιους τρόπους προσπαθούσαν να βρουν λύση στα οικονομικά αδιέξοδα και σε ποιο βαθμό, πιστεύετε, ότι αυτοί οι τρόποι θα μπορούν να εφαρμοστούν στη σημερινή πραγματικότητα;

 Το σινεμά –και δη ο εμπορικός κινηματογράφος- αποτελεί μια αναπαράσταση της πραγματικότητας. Σύμφωνα με το Γάλλο ιστορικό κινηματογράφου Μαρκ Φερρό, «ο κινηματογράφος είναι δέσμιος της εποχής του κι αυτό τον κάνει ντοκουμέντο της». Ο ελληνικός κινηματογράφος εμπνέεται από την ιστορία της ταραγμένης περιόδου στην οποία αναφέρεται. Ωστόσο, φιλτράρει τις εικόνες του μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της μαζικής ψυχαγωγίας. Αυτό σημαίνει ότι το σινεμά προβάλλει και διαδίδει ευρύτερα μια συγκεκριμένη άποψη για την κοινωνία, φέρει δηλαδή τη δική του ιδεολογία. Στην περίπτωση του ελληνικού κινηματογράφου των δύο μεταπολεμικών δεκαετιών, η λύση στα οικονομικά αδιέξοδα που προβάλλονται στις ταινίες προωθούν στο ευρύ κοινό την κυρίαρχη μικροαστική ιδεολογία, που υπερασπίζεται ένα καταναλωτικό πρότυπο ζωής.

Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να αναζητήσουμε προτάσεις που σχετίζονται με οικονομικά μεγέθη στον κινηματογράφο μιας παλιότερης εποχής. Ο ελληνικός κινηματογράφος, όπως και κάθε κινηματογράφος που στηρίζεται στον ρεαλιστικό τρόπο αφήγησης, παρακολουθεί και αποτυπώνει τις κοινωνικές αλλαγές της ιστορικής περιόδου στην οποία αναφέρεται, αναπαριστώντας τη δική του εκδοχή για την πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, οι ταινίες δεν αποτελούν αντιγραφή της καθημερινότητας, αλλά περισσότερο μια αντανάκλαση, έναν παραμορφωτικό καθρέφτη τους, μέσα από τον οποίο ερμηνεύεται η πραγματικότητα.

Δεν πρέπει, επίσης, να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η εμπορικότητα των ελληνικών ταινιών επιβάλλει τους όρους και τους ιδεολογικούς κώδικες της μαζικής διασκέδασης, που «δραματοποιούν» ανθρώπους και καταστάσεις, προκειμένου να ψυχαγωγήσουν το κοινό. Ως εκ τούτου, οι κινηματογραφικοί επιχειρηματίες αποτελούν ηρωοποιημένες φυσιογνωμίες, που οφείλουν την ύπαρξή τους στις αφηγηματικές συμβάσεις κάθε κινηματογραφικού είδους. Σαφώς αντλούν υλικό από την οικονομική πραγματικότητα της εποχής τους, ωστόσο οι χαρακτήρες παραμένουν προϊόντα της κινηματογραφικής μυθοπλασίας και όχι της πραγματικής ζωής.

 

5. Το πολιτισμικό πλαίσιο της επιχειρηματικότητας στη μεταπολεμική Ελλάδα επηρεάστηκε από τη δράση εύρωστων Ελλήνων ομογενών, κάτι το οποίο αποτυπώνεται στις ταινίες της εποχής. Πώς και σε ποιο βαθμό συνέβαλαν στη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος; Μία ανάλογη δράση θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά τα σημερινά οικονομικά μεγέθη;

 Η παρουσία των ομογενών επιχειρηματιών στον ελληνικό κινηματογράφο μεταπολεμικά υπαγορεύεται από την ιδεολογία των κινηματογραφικών σεναρίων, που αποσιωπούν έντεχνα τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της εποχής, προωθώντας το συναινετικό και αισιόδοξο πρότυπο ζωής των μικροαστών. Οι ομογενείς επιχειρηματίες του σινεμά απηχούν μια όψη του μείζονος ζητήματος της εξωτερικής μετανάστευσης του Έλληνα, που μεταπολεμικά λαμβάνει διαστάσεις μαζικής φυγής. Μπροστά στο πρόβλημα των εκατοντάδων ανέργων, που εξαναγκάζονται στη μετανάστευση για βιοποριστικούς λόγους, η επιστροφή των πλούσιων μεταναστών της προηγούμενης γενιάς –έστω και μέσα από τις ταινίες – προβάλλει στους θεατές ως η έμπρακτη πραγματοποίηση του ονείρου της ευημερίας και της οικονομικής αποκατάστασης.

Παράλληλα, οι πλούσιοι ομογενείς του κινηματογράφου κομίζουν τα νέα, εκσυγχρονιστικά ήθη του δυτικού τρόπου ζωής (αλλαγή στις έμφυλες και στις οικογενειακές σχέσεις, διαφορές στην εργασιακή κουλτούρα, καταναλωτισμός, ατομισμός κτλ). Το γεγονός δε ότι οι περισσότεροι προέρχονται από την Αμερική, εκτός από τη σαφή επικράτηση των ΗΠΑ ως χώρας υποδοχής μεταναστών, υπαινίσσεται την έντονη επιρροή του αμερικανικού οικονομικού κεφαλαίου στην ελληνική πολιτική και οικονομία, ήδη από την περίοδο της ανασυγκρότησης και του Σχεδίου Μάρσαλ.

Η μετανάστευση παρουσιάζεται στον ελληνικό κινηματογράφο αποκλειστικά από την πλευρά του επιτυχημένου μετανάστη, που επιστρέφει στην πατρίδα προκειμένου να βοηθήσει την οικογένειά του να ορθοποδήσει. Οι ταινίες απευθύνονται κυρίως σε όλους όσοι μένουν πίσω, γι’ αυτό και δεν μιλούν τόσο για τον «ξένο» και τη ζωή του στη νέα πατρίδα όσο για την οικογένεια που αποκομίζει τα οφέλη της μετανάστευσης.

Η δράση των Ελλήνων ομογενών επιχειρηματιών στις κινηματογραφικές ταινίες έχει σαφείς κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές προεκτάσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κινηματογραφική τους παρουσία επηρεάζει με κάποιον τρόπο την πραγματική, οικονομική τους υπόσταση. Έτσι, σ’ αυτή την περίπτωση, οποιαδήποτε αναγωγή κινηματογραφικών καταστάσεων και ερμηνεία τους με αμιγώς οικονομικούς όρους θα ήταν αυθαίρετη και παρακινδυνευμένη.

 

6. Μολονότι η εμφάνιση της γυναικείας επιχειρηματικότητας ήταν περιορισμένη στις ταινίες, η κινηματογραφική της απεικόνιση ήταν αρκετή για να προσφέρει χρήσιμα δεδομένα στην έρευνά σας σχετικά με το ρόλο που διαδραμάτιζε το “ασθενές φύλο”. Διαπιστώσατε μάλιστα ότι υπήρχαν διαφορές στα γυναικεία επιχειρηματικά πρότυπα των δύο δεκαετιών. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τα χαρακτηριστικά αυτών των προτύπων;

 Στον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’50, που είναι έντονα λαϊκός και ηθογραφικός, το παιχνίδι του σεναρίου αφορά στον κόσμο των λαϊκών στρωμάτων, γι’ αυτό κυριαρχούν οι «πτωχοί πλην τίμιοι ήρωες». Η παρουσία γυναικών επιχειρηματιών εκλαμβάνεται ως εξαίρεση στο «φυσικό καθήκον» της οικογενειακής φροντίδας, και συμβαίνει είτε για λόγους βιοπορισμού (κατεξοχήν στις ηρωίδες των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων) είτε για λόγους οικογενειακούς (στις μεγαλοαστικά στρώματα, όπου οι επιχειρήσεις κληροδοτούνται από πατέρα σε κόρη, ελλείψει αρσενικού απογόνου). Χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναίκας «επιχειρηματία της ανάγκης» είναι οι ρόλοι που ενσαρκώνει η Γεωργία Βασιλειάδου, η οποία υποδύεται δυναμικές λαϊκές ηρωίδες, που εργάζονται για να ζήσουν σε μια πληθώρα επαγγελμάτων (καφετζού, πλύστρα, μαμή, ταβερνιάρισσα).

Αντιθέτως, οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60, παρουσιάζουν ένα διαφορετικό πρότυπο γυναικείας επιχειρηματικότητας, όπου οι γυναίκες διεκδικούν ηγετικές θέσεις όχι μόνο στα θεωρούμενα ως «γυναικεία» επαγγέλματα (υπάλληλοι, πωλήτριες, τηλεφωνήτριες, μοδίστρες, κτλ), αλλά και σε, μέχρι πρότινος, «ανδρικά» επαγγέλματα καριέρας (όπως είναι π.χ. το επάγγελμα του δικηγόρου, του δημοσιογράφου ή του μηχανικού). Ωστόσο, η θέση των γυναικών στις επιχειρήσεις είναι αμφισβητούμενη και προσωρινή. Έτσι, οι ταινίες υπαγορεύουν το ασυμβίβαστο μεταξύ της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής μιας γυναίκας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τζένη Καρέζη στην ταινία «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964), η οποία αναγκάζεται να παραιτηθεί από τις επαγγελματικές της φιλοδοξίες προκειμένου να ευτυχήσει στην προσωπική της ζωή.

 

7. Ο τουρισμός παραμένει, διαχρονικά, η βαριά βιομηχανία και ένα από τα αποτελεσματικά εργαλεία στην προσπάθεια της χώρας μας να βρει λύση στα οικονομικά αδιέξοδα. Αυτό, φυσικά, δεν άφησε ασυγκίνητους τους σεναριογράφους, που δημιούργησαν πολλούς ρόλους. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της επιχειρηματικότητας σ’ αυτόν τον τομέα;

 Η εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού, ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’60, αποτυπώνεται κινηματογραφικά στην αυξημένη κινηματογραφική παρουσία των τουριστικών επαγγελμάτων (εστιάτορες, ρεσεψιονίστ, ξεναγοί, αεροσυνοδοί, κ.ά.) και των τουριστικών επιχειρήσεων (ταβέρνες, κέντρα διασκέδαης, τουριστικά πρακτορεία, κτηματομεσιτικά γραφεία) σε πολλές ελληνικές ταινίες, που υπογραμμίζουν τις επαγγελματικές ευκαιρίες και τα επιχειρηματικά κέρδη που υπόσχεται ο τουρισμό. Ταυτόχρονα, οι ταινίες διαφημίζουν τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας (Ρόδο, Μύκονο, Κέρκυρα Κρήτη), παρουσιάζοντας τις νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες που προσφέρει η τουριστική εκμετάλλευση της χώρας, με σημείο αναφοράς τις οργανωμένες πλαζ, τα παραλιακά κέντρα και τις μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, όπως είναι λ.χ. τα ξενοδοχεία “Ξενία”, τα οποία αποτελούν το κοσμοπολίτικο ντεκόρ σε πολλές νεανικές κωμωδίες.

Επιπλέον, ο τουρισμός συνιστά κινηματογραφικά σημαντική επαγγελματική διέξοδο, κυρίως για την επαρχία, που υποδέχεται με επιφύλαξη τις προκλήσεις της εποχής για σοβαρές αλλαγές στη νοοτροπία, στα ήθη και στην καθημερινότητα των κατοίκων της - ενδεικτικά αναφέρω τις ταινίες “Διακοπές στην Κολοπετινίτσα” (1959) και τις “Γοργόνες και μάγκες” (1968).

 

8. Ένα αρνητικό φαινόμενο που παρουσιάζεται έντονα στη φιλμογραφία της εποχής είναι η παραοικονομία και γενικότερα η παρανομία, η οποία εκδηλωνόταν με πολλούς και ποικίλους τρόπους, όπως καταχρήσεις, φοροδιαφυγή, διπλά βιβλία, διαχειριστικές ανωμαλίες κ.ά. Ασφαλώς, χάριν των σεναρίων, το πρόβλημα μεγιστοποιείτο σε υπερβολικό βαθμό, ενώ υπήρχε η τάση “συγχώρεσης” εκείνων που εκπροσωπούσαν τα λαϊκά στρώματα και παρανομούσαν. Ποιες πιστεύετε ότι ήταν διαχρονικά οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου;

Μέσα από την απεικόνιση της παραοικονομίας, οι ταινίες των δεκαετιών 1950-1970 απηχούν την έντονη οικονομική κινητικότητα στη μεταπολεμική Ελλάδα, όπου όλοι, πλούσιοι και φτωχοί ανεξαιρέτως, επιδίδονται σε... «δουλειές με φούντες», στήνουν επιχειρήσεις εκ του μηδενός και επιθυμούν, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, «να πιάσουν την καλή», καταφεύγοντας συχνά σε αθέμιτα μέσα.

Οι ταινίες συγχωρούν την επαγγελματική αστάθεια και την – πρόσκαιρη συνήθως – παρεκτροπή του επιχειρηματία από την ορθολογική διαχείριση της δραστηριότητάς του, σχολιάζοντας έμμεσα τη μεταπολεμική επιχειρηματική κουλτούρα, η οποία δικαιολογεί τις «έξυπνες» και εύκολες λύσεις, που ευνοούν την εντατικοποίηση του κέρδους με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια.

Μολονότι τα σενάρια καταδικάζουν το παράνομο επιχειρείν, εντούτοις η τακτική παρουσία του στο χώρο των επιχειρήσεων, καθώς και η καθυστερημένη αποκάλυψη των παραβατών μαρτυρούν τη χαλάρωση της κοινωνικής συνοχής και, κυρίως, τη διάδοση της κομπίνας ως εναλλακτικής πηγής εισοδημάτων, ιδιαίτερα στα ευρύτερα μικροαστικά στρώματα.

Μέσα από τις ταινίες, κυρίως τις κωμωδίες, ο ελληνικός κινηματογράφος εκπέμπει έντεχνα το μήνυμα της συναίνεσης των θεατών σε ένα εισαγόμενο, δυτικό μοντέλο ζωής, με έμφαση στις καταναλωτικές αξίες. Κατά συνέπεια, ο κινηματογράφος συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας και αποτελεί, λόγω της δημοφιλίας του, τον κορυφαίο πολιτιστικό διαμεσολαβητή της εποχής, που δημιουργεί αξιακά πρότυπα.

 

9. Στον επίλογο του βιβλίου σας, γράφετε ότι “οι ιστορίες, οι χαρακτήρες, τα πρόσωπα, τα επαγγέλματα, οι ατάκες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κουβαλούν τους συμβολισμούς, τις αξίες και τις νοοτροπίες μιας πολύ καθοριστικής περιόδου για την ελληνική επιχειρηματικότητα”. Δεδομένου ότι και σήμερα διανύουμε μια εξίσου καθοριστική περίοδο, ποιες ομοιότητες ή διαφορές θα μπορούσατε να εντοπίσετε;

 Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών (1950-1970), στις οποίες αναφέρεται το βιβλίο μου, και ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος παρουσιάζουν μεταξύ τους πολλές και σοβαρές διαφορές –αφηγηματικές, θεματικές, ιδεολογικές. Το γεγονός ότι και οι δύο κινηματογράφοι αναπτύσσονται εν τω μέσω μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης επηρεάζει προφανώς τα κινηματογραφικά σενάρια, στα οποία συχνά η κρίση εμφανίζεται ως κοινός παρονομαστής. Ωστόσο, ανάμεσα στις παλιές και στις σύγχρονες ελληνικές ταινίες υπάρχουν διαφορετικοί κώδικες, καθώς και διαφορετικές επιδιώξεις των δημιουργών τους. Στη μεταπολεμική Ελλάδα της ανασυγκρότησης, η κρίση πρόβαλε κινηματογραφικά ως μια ατυχής στιγμή, που μπορούσε να ξεπεραστεί, με προϋπόθεση τη σκληρή προσωπική εργασία και τη συναίνεση στο μικροαστικό πρότυπο ζωής. Στη σύγχρονη εποχή, η οικονομική κρίση παρουσιάζεται συνήθως ως αλληγορία μιας ευρύτερης κοινωνικής, πολιτισμικής και, εν τέλει, αξιακής κρίσης, που έχει διεισδύσει βαθιά στην ελληνική κοινωνία η οποία ασφυκτιά, συχνά χωρίς δυνατότητα διαφυγής.

 

*  Η Αγγελική Μυλωνάκη είναι διδάκτορας του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ.  Έχει δημοσιεύσει άρθρα για τον κινηματογράφο σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις σε κινηματογραφικά συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Δίδαξε ιστορία ελληνικού κινηματογράφου και θεωρία κινηματογράφου στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (2007-2011). Έχει γράψει δύο βιβλία για τον ελλληνικό κινηματογράφο: Δουλειές με φούντες! Η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο (1950-1970) (ΠΕΕΒΕ, 2008) και Από τις αυλές στα σαλόνια: Εικόνες του αστικού χώρου στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο (1950-1970) (University Studio Press, 2012). Έχει επίσης συμμετάσχει σε συλλογικές κινηματογραφικές εκδόσεις και είναι συνεπιμελήτρια, μαζί με τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Γκροσδάνη, του βιβλίου Σινέ Θεσσαλονίκη: Ιστορίες από την πόλη και τον κινηματογράφο (University Studio Press, 2012).

** To βιβλίο «Δουλειές με φούντες! Η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο (1950-1970)» της Αγγελικής Μυλωνάκη συνθέτει μια κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας του «επιχειρείν» στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η συγγραφέας καταγράφει τις εικόνες και τα πρόσωπα των δημοφιλέστερων επιχειρηματιών της μεγάλης οθόνης: από τον κουτοπόνηρο μπακαλόγατο Ζήκο του Κώστα Χατζηχρήστου μέχρι τον παντοδύναμο εφοπλιστή Φωκά του Λάμπρου Κωνσταντάρα, το βιβλίο επιχειρεί ένα κινηματογραφικό ταξίδι στο χρόνο, με όχημα την «αφρόκρεμα» των ελληνικών ταινιών. Εργολάβοι, κτηματομεσίτες, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, εργοστασιάρχες, εφοπλιστές, πλανόδιοι έμποροι, πλασιέ και μικρομαγαζάτορες παρελαύνουν στις σελίδες του και ζωντανεύουν αναγνωρίσιμους τύπους και χαρακτήρες επιχειρηματιών, αποκαλύπτοντας τα στερεότυπα, τις εικόνες και τις μεταλλαγές της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα των δεκαετιών ’50 και ’60. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα μικρό ντοκυμαντέρ σε DVD, με κλασικές σκηνές και ατάκες από το παλιό ελληνικό σινεμά για τους επιχειρηματίες και τις επιχειρήσεις τους.

 

Διαβάστηκε 3036 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 07 Δεκεμβρίου 2013 16:26
ep agogis  

 

Αρθρογραφία

Prev Next Page: